Η δυσλεξία των χαρισματικών παιδιών – Α’ Μέρος

Δυσλεξία-Dyslexia
Στέλλα Γεωργίου Φιλόλογος- Ειδική Παιδαγωγός

Στέλλα Γεωργίου
Φιλόλογος- Ειδική Παιδαγωγός

«Η δυσλεξία των χαρισματικών παιδιών»

Συνέντευξη της ειδικής παιδαγωγού Στέλλας Γεωργίου στο blog.pharmacyline.gr

Α΄ΜΕΡΟΣ

Η δυσλεξία είναι μια διαταραχή που ακούμε συχνά τα τελευταία χρόνια, ωστόσο εξακολουθεί να υπάρχει σύγχυση ως προς τι ακριβώς είναι και τι περιορισμούς θέτει στην ζωή των παιδιών. Έχουμε την χαρά να φιλοξενούμε στο blog μας την φιλόλογο και ειδική παιδαγωγό, κα. Στέλλα Γεωργίου, η οποία στο σημερινό πρώτο μέρος της πολύ ενδιαφέρουσας συζήτησής μας, μας εξηγεί τι είναι η δυσλεξία, ποια είναι τα συμπτώματα που θα πρέπει να «υποψιάσουν» τον γονιό στην προσχολική ηλικία, αλλά και το πώς εκδηλώνεται η μαθησιακή δυσκολία σε μεγαλύτερες ηλικίες. Ξεκαθαρίζοντας ότι δεν πρόκειται για ασθένεια, η κα. Γεωργίου μας μυεί στον κόσμο των χαρισματικών, όπως τα αποκαλεί, παιδιών με δυσλεξία.

Κυρία Γεωργίου, τι ακριβώς είναι η δυσλεξία και ποια είναι τα αίτια της;

Η δυσλεξία είναι μια μαθησιακή δυσκολία, η οποία συνήθως χαρακτηρίζεται από δυσχέρεια στην ανάγνωση, το οποίο ονομάζεται δυσαναγνωσία, δυσκολία στην ορθογραφία και στην ανάπτυξη του γραπτού  λόγου. Σπανιότερα, εντοπίζεται δυσκολία και στην ανάπτυξη του προφορικού λόγου. Έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχει αυξημένος παράγοντας κληρονομικότητας, με αποτέλεσμα αν ένας από τους δύο γονείς έχει δυσλεξία, τότε υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες να την εμφανίσει και το παιδί. Υπάρχουν όμως και άλλοι παράγοντες που έχουν συνδεθεί με την εμφάνιση της δυσλεξίας, όπως το κάπνισμα κατά την κύηση, η απόκτηση παιδιών σε μεγάλη ηλικία, κ.α.

Αυτό που θα ήθελα να διευκρινίσω είναι ότι δεν πρόκειται για ασθένεια. Η δυσλεξία δεν είναι αρρώστια, είναι μια διαφορετικότητα στη δομή του εγκεφάλου, η οποία απαιτεί διαφορετικό τρόπο διδασκαλίας. Η δυσλεξία δεν πρέπει να συγχέεται με τη χαμηλή νοημοσύνη. Απεναντίας, πάρα πολλές έρευνες έχουν φανερώσει ότι τα άτομα με δυσλεξία είναι ιδιαίτερα χαρισματικά και πολύ έξυπνα.

Η Παγκόσμια Ομοσπονδία της Νευρολογίας καθορίζει τη δυσλεξία ως «διαταραχή που φανερώνεται από τις δυσκολίες στην εκμάθηση του διαβάσματος, παρά την επαρκή νοημοσύνη και τις κοινωνικές και πολιτιστικές ευκαιρίες του ατόμου».

Η δυσλεξία δεν είναι αυστηρά μόνο μια διαταραχή ανάγνωσης που χαρακτηρίζεται από τις αντιστροφές. Είναι ένα σύνδρομο των πολλών και ποικίλων συμπτωμάτων που έχει επιπτώσεις σε εκατομμύρια των παιδιών και ενηλίκων.

Από πολλούς αναγνωρίζεται η δυσλεξία ως «διαφορετικός τρόπος σκέψης», παραλληλίζοντας τη δυσλεξία με τη δυνατότητα που έχει κάποιος να «δει» πολυδιάστατα, την συνολική εικόνα, ή από οποιαδήποτε θέση κάθε φορά. Η δυνατότητα να σκέφτεται με εικόνες και να καταχωρούνται αυτές οι εικόνες ως πραγματικές. Κατά συνέπεια, αναμιγνύεται δημιουργική σκέψη με την πραγματικότητα, αλλάζοντας πολλές φορές αυτό που το δυσλεκτικό άτομο βλέπει ή ακούει.

Για να διαβάσει και να συλλαβίσει κανείς απαιτείται ο συντονισμός πολλών εγκεφαλικών  λειτουργιών. Τα προβλήματα προκύπτουν σε ένα ή περισσότερα λειτουργικά επίπεδα.

  • Η αναπτυξιακή δυσλεξία  είναι μια νευροβιολογικά βασισμένη έλλειψη στην απόκτηση των δεξιοτήτων ανάγνωσης και ορθογραφίας, σε σχέση πάντα με τις γενικές διανοητικές δυνατότητες του ατόμου.
  • Η δυσλεξία είναι μια απόκλιση μεταξύ ενός υψηλού αποτελέσματος στα τεστ νοημοσύνης και των χαμηλών αποτελεσμάτων στα τεστ ανάγνωσης/ορθογραφίας.

Υπάρχουν πρώιμα συμπτώματα δυσλεξίας, που μπορούν να «υποψιάσουν» τον γονιό από την προσχολική κιόλας ηλικία;

Όταν μιλάμε για την νηπιακή ηλικία, δηλαδή πριν πάει το παιδί στο σχολείο μπορεί να υπάρχουν απλά κάποιες ενδείξεις, όχι ακριβώς συμπτώματα, που μπορούν να μας δείξουν ότι το παιδί ενδέχεται να εμφανίσει δυσλεξία. Τέτοιες ενδείξεις είναι το παιδί να αργήσει να μιλήσει, να έχουμε δηλαδή καθυστέρηση λόγου, το να δυσκολεύεται το παιδί να πραγματοποιήσει πολλές εντολές στη σειρά, να υπάρχει δυσχέρεια στην οργάνωση του χρόνου και του χώρου του.

Από την ηλικία των 5-6 χρόνων μπορούμε πλέον και βλέπουμε συμπτώματα, τα οποία στο σύνολό τους (όχι μεμονωμένα) στοιχειοθετούν ένα περιστατικό δυσλεξίας. Τέτοια συμπτώματα είναι να υπάρχει δυσκολία στην αναγνώριση των γραμμάτων και δυσκολία στην αντιγραφή γραμμάτων και αριθμών,  οι λεγόμενοι καθρεφτισμοί  γραφής (π.χ. ε-3, ρ-9), το να παραλείπει  το παιδί ή να αντικαθιστά γράμματα, να μην  αφήνει κενά ανάμεσα στις λέξεις, η σύγχυση μεταξύ αριστερής και δεξιάς πλευράς. Επίσης, τα παιδιά με δυσλεξία δυσκολεύονται πάρα πολύ στο να κατανοήσουν τις χρονικές αλληλουχίες. Κάτι τέτοιο γίνεται αρχικά αντιληπτό, από τον γονιό, λόγω της δυσκολίας του παιδιού να διηγηθεί μια ιστορία ακλουθώντας γραμμικά τον χρόνο και κατόπιν από τον ειδικό παιδαγωγό μέσω ειδικών ασκήσεων. Σε μικρές ηλικίες μια τέτοια άσκηση μπορεί να είναι λογού χάρη το να ζητήσουμε από το παιδί να βάλει σε χρονολογική σειρά μια σειρά από φωτογραφίες-που εξιστορούν ένα γεγονός που εξελίσσεται μέσα στο χρόνο- ώστε να περιγράφουν μια μικρή ιστορία. Το παιδί με δυσλεξία δυσκολεύεται συνήθως να αντιληφθεί με ευκολία  ποιο γεγονός έγινε πρώτο και ποια ακολούθησαν.

Στις μεγαλύτερες ηλικίες, στο Δημοτικό για παράδειγμα, ο δάσκαλος πώς μπορεί να αναγνωρίσει ότι ένας μαθητής πιθανώς να πάσχει από κάποια μαθησιακή δυσκολία;

Καταρχάς, εδώ μου δίνεται η ευκαιρία να επισημάνω το μεγάλο κενό που υπάρχει στην εκπαίδευση, στο κομμάτι των μαθησιακών δυσκολιών. Ο σημερινός δάσκαλος της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, ο οποίος καλείται να εντοπίσει και να αντιμετωπίσει πολλές φορές τα παιδιά με το «χάρισμα της δυσλεξίας» δεν έχει επιμορφωθεί κατάλληλα κατά τη διάρκεια των σπουδών του πάνω σ’ αυτό το αντικείμενο, χωρίς φυσικά να φέρει ο ίδιος την ευθύνη για το κενό που υφίσταται στο πρόγραμμα σπουδών του Πανεπιστήμιου. Η επιπλέον επιμόρφωση λειτουργεί πολλές φορές επικουρικά από το υπουργείο με τη μορφή σεμιναρίων ή από ιδιώτες, με την οικονομική δαπάνη στη δεύτερη περίπτωση να επιβαρύνει τον ίδιο τον εκπαιδευτικό. Δυστυχώς όμως, υπάρχουν και περιπτώσεις εκπαιδευτικών που δεν έχουν λάβει ποτέ επιμόρφωση πάνω στο αντικείμενο με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία των γονιών, αλλά κυρίως των παιδιών, τα οποία βιώνουν αναίτια τη σχολική αποτυχία και οδηγούνται αναπόφευκτα στη σχολική άρνηση.

Ορισμένες ενδείξεις δυσλεξίας που θα πρέπει να κινητοποιήσουν τον εκπαιδευτικό στη σχολική τάξη είναι οι εξής: Πολλά λάθη στην ορθογραφία παρά την γνώση και την κατάκτηση των αντίστοιχων γραμματικών κανόνων-η δυσλεξία συνδέεται συχνά  με την δυσορθογραφία. Συνήθης είναι και η δυσκολία στη τήρηση σημειώσεων από το πίνακα, αλλά και κατά την εκφώνηση τους από τον διδάσκοντα. Δυσχέρεια επίσης εντοπίζεται  στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη του ελεύθερου λόγου, δηλαδή στην έκθεση. Επιπλέον, καθώς τα παιδιά με δυσλεξία χαρακτηρίζονται από την έλλειψη οργάνωσης και τη δυσκολία στην αφαιρετική σκέψη, δυσκολεύονται ιδιαίτερα στην απομνημόνευση μεγάλων κειμένων και μεγάλου όγκου πληροφοριών, κάτι που αφορά μαθήματα όπως η Ιστορία, τα Θρησκευτικά, η Γεωγραφία κ.α. Επιπροσθέτως, δυσκολεύονται στο διαχωρισμό των ουσιωδών από τις επουσιώδεις πληροφορίες ενός κειμένου, καθώς και στην κατανόηση και στην αποκωδικοποίηση αυτών, όταν το κείμενο διαβάζεται από τα ίδια τα παιδιά και δεν εκφωνείται από κάποιον άλλο. Εδώ κρίνεται αναγκαία η παρέμβαση του ειδικού παιδαγωγού, ο οποίος θα βοηθήσει το παιδί, μέσα από τους κατάλληλους μηχανισμούς, να αντιληφθεί και να αποκωδικοποιήσει τις πληροφορίες, συγκρατώντας όπου κρίνεται αναγκαίο τις πιο σημαντικές. Ενδεικτικά, μηχανισμοί που συνδράμουν σημαντικά στην βελτίωση της κατανόησης είναι η ύπαρξη σχεδιαγράμματος για την κάθε διδακτική ενότητα, η υποβολή απλών και σαφών ερωτήσεων στο παιδί, ο χωρισμός ενός ενιαίου κειμένου σε μικρές παραγράφους και η υπογράμμιση των βασικών σημείων.

Συχνά η δυσλεξία εκδηλώνεται ως αδυναμία ακουστικής σύλληψης και διάκρισης φθόγγων, με αποτέλεσμα τα άτομα αυτά να δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν φθόγγους που μοιάζουν ηχητικά μεταξύ τους, όπως α-ο, ο-ου, ε-ι. Πρόβλημα μπορεί να παρουσιάζουν και με την οξύτητα άλλων φθόγγων, όπως:

  • Β-Φ: βάρος – φάρος, φόβος – βαφή
  • Δ-Θ: δάσος – Θάσος, δεσμός – θεσμός
  • Σ-Ζ-Ξ: σώζω – συζήτηση – σύζευξη

Στην περίπτωση αδυναμίας οπτικής αντίληψης, τα δυσλεκτικά άτομα δεν μπορούν να συγκρατήσουν στη μνήμη τους τις λεπτές διαφορές μεταξύ μερικών γραμμάτων, αριθμών, μορφών ή σχημάτων, π.χ.:

  • γράμματα: α – ο, ε – ω, β – φ, β – θ, γ – χ, ζ – ξ, ει – ιε, αι – ια
  • αριθμοί: 7 – 1, 6 – 9, 5 – 3, 2 – 3, 8 – 4, 45 – 54, 23 – 32, 36 – 63
  • γράμματα και αριθμοί: ρ – 9, ε – 3, κ – 4, οι – 10

Επίσης:

  • Αντιμεταθέτουν γράμματα, συλλαβές, λέξεις (π.χ. πότρα αντί πόρτα)
  • Παραλείπουν γράμματα, συλλαβές, λέξεις (π.χ. πόρι αντί ποτήρι)
  • Προσθέτουν γράμματα, συλλαβές, λέξεις (π.χ. δορόμος αντί δρόμος)
  • Παρατονίζουν γράμματα, συλλαβές, λέξεις (π.χ. σπιτί αντί σπίτι)
  • Παραφθείρουν λέξεις (π.χ. μάλβι αντί μολύβι)
  • Ακρωτηριάζουν λέξεις (π.χ. τπζια αντί τραπέζια)
  • Διαβάζουν κατά πιθανότητα (π.χ. τραπέζι αντί τρέχω καθώς και οι δύο λέξεις ξεκινούν από τρ, ή βιβλίο αντί αναγνωστικό καθώς αν και πρόκειται για διαφορετικές ηχητικά λέξεις υπονοούν ομοειδές αντικείμενο)
  • Γράφουν με κατοπτρική γραφή (π.χ. Иίτνος αντί Ντίνος)

Συνεχίζεται (Μέρος Β’)

Στέλλα Γεωργίου
Φιλόλογος- Ειδική Παιδαγωγός

Leave a Reply